Ας μιλήσουμε για το πως ένα αυτοάνοσο νόσημα επηρεάζει τη ψυχολογία του ατόμου και πως η ψυχολογική κατάσταση του ατόμου μπορεί να επηρεάσει την υγεία του. Αρχικά πάμε να δούμε τι είναι τα αυτοάνοσα νοσήματα. Αυτοάνοσο νόσημα ονομάζεται ένα χρόνιο νόσημα μέσα από το οποίο το ανοσοποιητικό σύστημα φαίνεται να επιτίθεται στα δικά του υγιή κύτταρα, αφού χάνει την ικανότητα να αναγνωρίζει τα κύτταρα που προστατεύουν τα όργανα του. Μέχρι και σήμερα έχουν αναγνωριστεί και ερευνηθεί περισσότερα από εκατό πενήντα διαφορετικά αυτοάνοσα νοσήματα, με μερικά από αυτά να είναι η ελκώδης κολίτιδα, η νόσος του Crohn, η θυρεοειδίτιδα χασιμότο, ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, ο διαβήτης τύπου 1, η ψωρίαση, η δερματομυοσίτιδα, η γυροειδής αλωπεκία, η λεύκη και ακόμη πολλά άλλα. Στα αυτοάνοσα νοσήματα κύριο χαρακτηριστικό είναι η χρόνια φλεγμονή, που σαν σύμπτωμα μπορεί να παρουσιαστεί σαν χρόνιος πόνος, οίδημα, πυρετός, κόπωση, μεταβολή στη διάθεση, διαταραχές στον ύπνο ή/και τη διατροφή κ.α. Το φύλο και η ηλικία φαίνεται να σχετίζονται με την εμφάνιση μιας αυτοάνοσης νόσου. Πιο συγκεκριμένα, έχει παρατηρηθεί πως τέσσερα στα πέντε άτομα που διαγνώσκονται με αυτοάνοσο νόσημα είναι γυναίκες, ενώ οι περισσότερες αυτοάνοσες νόσοι φαίνεται να εμφανίζονται σε νεαρούς ενήλικες.
Μέσα από αρκετές έρευνες, έχει φανεί να υπάρχει άμεση σύνδεση του στρες με τα αυτοάνοσα νοσήματα. Όταν ένα άτομο βιώνει έντονο στρες, ο οργανισμός το εκλαμβάνει σαν απειλή, επομένως εκκρίνει ορμόνες οι οποίες στόχο έχουν να αυξήσουν την αντοχή του στον πόνο και στην κούραση, ορμόνες όπως η κορτιζόλη και η αδρεναλίνη. Με τις ορμόνες αυτές να αυξάνονται, ο εγκέφαλος μπορεί να προσαρμόσει τη λειτουργία του οργανισμού στην παρούσα κατάσταση που βιώνει, ούτως ώστε ο οργανισμός να επιβιώσει. Όταν το άτομο βρίσκεται για μεγάλα χρονικά διαστήματα κάτω από στρεσογόνες συνθήκες, τότε ο οργανισμός αδυνατεί να φέρει σε ισορροπία την υπερβολική ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος, σαν αποτέλεσμα, εμφανίζεται το αυτοάνοσο νόσημα. Φυσικά άλλοι παράγοντες όπως η προδιάθεση, το είδος του στρες στο οποίο βρίσκεται το άτομο και ο τρόπος ζωής, επηρεάζουν στην εμφάνιση της νόσου. Τα περισσότερα αυτοάνοσα νοσήματα τα οποία αναφέρθηκαν πιο πάνω, κατόπιν έρευνας, φαίνεται να είναι άμεσα συνδεδεμένα με το στρες και με καταθλιπτική συμπτωματολογία ως προς την εκδήλωση τους. Για παράδειγμα, άτομα που βιώνουν έντονο στρες φαίνεται να είναι πιο επιρρεπής στην ανάπτυξη της νόσου Crohn, άτομα με μετατραυματική διαταραχή είναι πιο επιρρεπής στην ανάπτυξη ρευματοειδής αρθρίτιδας και συστηματικού ερυθηματώδη λύκου, ενώ άτομα με ΔΕΠ/Υ και διατροφικές διαταραχές είναι πιο επιρρεπής τόσο στην ανάπτυξη της νόσου Crohn, όσο ψωρίασης, διαβήτη τύπου 1 κ.α.
Αντίστοιχα, όταν ένα άτομο έχει ήδη αναπτύξει ένα αυτοάνοσο νόσημα, πιθανόν να βιώνει έντονη δυσφορία, αναλόγως νοσήματος, κατάστασης υγείας, περιβάλλοντος και τρόπου ζωής. Αρκετές έρευνες έχουν δείξει πως άτομα με αυτοάνοσα νοσήματα όπως ελκώδη κολίτιδα θυροειδή και λύκο, είναι πιο πιθανό να αναπτύξουν αγχώδης ή/και καταθλιπτική συμπτωματολογία. Η εμφάνιση ενός αυτοάνοσου νοσήματος δε σημαίνει απαραίτητα πως το άτομο θα παρουσιάζει σοβαρή συμπτωματολογία με την οποία θα διαγνωστεί με ψυχική διαταραχή. Παρόλα αυτά, σε αρκετές περιπτώσεις το άτομο μπορεί να αναφέρει δυσκολία στον ύπνο, χαμηλή διάθεση και μείωση της ποιότητας ζωής του, σημεία τα οποία μπορεί να προκαλέσουν αρκετή δυσφορία.
Μερικά από τα σωματικά συμπτώματα που παρουσιάζονται σε ένα αυτοάνοσο νόσημα, μπορεί να προκαλέσουν και ψυχική δυσφορία. Για παράδειγμα, η φλεγμονές οι οποίες είναι αρκετά συνηθισμένες σε ένα άτομο με αυτοάνοσο νόσημα, δεν προκαλούν μόνο σωματική δυσφορία, αλλά και ψυχική, αφού διαταράσσονται και χημικές ουσίες στον εγκέφαλο, σαν αποτέλεσμα να προκαλείται χαμηλή διάθεση και μια πιο καταθλιπτική συμπτωματολογία. Επιπλέον, το άγχος που βιώνει ένα άτομο το οποίο αντιμετωπίζει ένα αυτοάνοσο νόσημα μπορεί να επηρεάσει άμεσα τη ψυχολογία του ατόμου, όπως επίσης και η φαρμακευτική αγωγή που παίρνει το άτομο, η οποία μπορεί να έχει άμεσο αντίκτυπο στην ψυχολογία του ατόμου.
Επομένως, φαίνεται να υπάρχει ισχυρή συσχέτιση μεταξύ αυτοάνοσων νοσημάτων και ψυχολογίας. Πολλές φορές, η θεραπευτική προσέγγιση για διαχείριση ενός αυτοάνοσου νοσήματος μπορεί να είναι αρκετή για τη μείωση οποιασδήποτε ψυχικής δυσφορίας μπορεί να βιώνει το άτομο. Παρόλα αυτά, σε αρκετές περιπτώσεις, η θεραπευτική προσέγγιση για διαχείριση του αυτοάνοσου μπορεί να επιβαρύνει τη ψυχική κατάσταση του ατόμου. Το άτομο θα ήταν σημαντικό να προσπαθήσει να κρατήσει την καθημερινότητα του μετά τη διάγνωση του, όσο πιο κοντά στην κανονικότητα που υπήρχε πριν από τη διάγνωση του. Για παράδειγμα, θα ήταν σημαντικό το άτομο σιγά σιγά να ενταχθεί ξανά στους ρυθμούς της καθημερινότητας του (δουλειά, υποχρεώσεις, δραστηριότητες), και να προσπαθήσει να προσθέσει στην καθημερινότητα του δραστηριότητες τις οποίες του επιτρέπει η υγεία του φυσικά και τον βοηθούν να αθλείται/κινείται, αν είναι δυνατόν εκτός σπιτιού. Επιπλέον, είναι σημαντικό το άτομο να λάβει την κατάλληλη στήριξη από επαγγελματίες υγείας, ούτως ώστε να του δοθεί η κατάλληλη στήριξη και καθοδήγηση για καλύτερη διαχείριση οποιονδήποτε δυσκολιών μπορεί να βιώνει σχετικά με τη ψυχική του υγεία. Τέλος, το υποστηρικτικό περιβάλλον στη ζωή του ατόμου είναι εξίσου σημαντικό, αφού όταν το άτομο περιβάλλεται από άτομα που τον νοιάζονται τον φροντίζουν και τον στηρίζουν, το άτομο θα νιώθει πιο γεμάτο, δυνατό και δε θα νιώθει μόνο του.





